Οι ιστορικές συναυλίες του Μανώλη Αγγελόπουλου στον Λυκαβηττό και το ρατσιστικό ξέσπασμα


Το καλοκαίρι του 1983 η μεγάλη φωνή του λαϊκού μας τραγουδιού έδωσε δύο συναυλίες στον Λυκαβηττό. Η πρώτη μεταδόθηκε από την ΕΡΤ. Μεγάλο κομμάτι του καλλιτεχνικού και δημοσιογραφικού κόσμου αντέδρασε με οργή και μίλησε για ιεροσυλία

Βράδυ 19ης Ιουνίου 1983: Στην κερκίδα, στην αρένα και στα «βραχάκια» του Λυκαβηττού δεν έπεφτε καρφίτσα. Ένα τεράστιο, διαφορετικό από αυτά που είχε «συνηθίσει» το θέατρο, πλήθος είχε συγκεντρωθεί για τον Μανώλη Αγγελόπουλο. Ο Ρομά που είχε γίνει σούπερ σταρ έκανε περήφανη τη φυλή του και ενθουσίαζε τους φίλους του λαϊκού τραγουδιού. Δεν τον αναγνώριζαν όμως όλοι, όχι γιατί δεν είχε αρκετά καλή φωνή αλλά γιατί αρνήθηκε να μεταλλαχθεί και να υποταχθεί στις νόρμες της εποχής. Ο Αγγελόπουλος είχε αγαπηθεί για την αυθεντικότητα του και αυτό κάποιοι δεν του το συγχωρούσαν.

Εκείνο το βράδυ η ΕΡΤ έσπασε το άτυπο εμπάργκο που είχε επιβληθεί στον Αγγελόπουλο και μετέδωσε ζωντανά τη συναυλία, την οποία είχε οργανώσει το θρυλικό περιοδικό «Ντέφι» στα πλαίσια σειράς ζωντανών εμφανίσεων λαϊκών καλλιτεχνών με τίτλο «Ελληνική Διασκέδαση». Δεν έχουμε επίσημα νούμερα τηλεθέασης αλλά είναι δεδομένο πως χιλιάδες κάθισαν μπροστά στους ασπρόμαυρους δέκτες για να δουν το μεγάλο γεγονός. Η Ισμήνα Σπετσεροπούλου έκανε τη διεύθυνση παραγωγής και ο Κώστας Κατσαρόπουλος τη σκηνοθεσία.

Στη συναυλία συμμετείχε η Ελένη Βιτάλη, ο μουσικός Τάκης Σούκας (ο οποίος τραγούδησε κιόλας), η Οπισθοδρομική Κομπανία (Θόδωρος Παπαδόπουλος, Στράτος Στρατηγόπουλος, Γιάννης Εμμανουηλίδης, Μανώλης Μεξαντωνάκης, Βασίλης Γιαννίσης, Ανδρέας Τσεκούρας, Πέτρος Εξαρχάκος, Δημήτρης Ψώνης και Άγγελος Σφακιανάκης) με την Ελευθερία Αρβανιτάκη στη σύνθεσή της και σπουδαίοι σολίστες όπως ο Γιάννης Βασιλόπουλος στο κλαρίνο, ο Λευτέρης Ζέρβας με το βιολί του, ο Θοδωρής Καμπουρίδης και ο Βασίλης Ηλιάδης στα μπουζούκια κι άλλοι.

Δίπλα στον Μανώλη Αγγελόπουλο τραγούδησε η δεύτερη σύζυγος του , Κωνσταντίνα, την ορχήστρα διηύθυνε ο Νάκης Πετρίδης κι έπαιξαν οι μουσικοί: Τώνης Άγας, Λευτέρης Τζίμας, Φαίδων Λιονουδάκης, Ηλίας Λυμπερόπουλος, Βαγγέλης Μεθυμάκης και David Grunstein. Τη συναυλία παρουσίασε ο Αντώνης Καφετζόπουλος.

Σε κείμενο του ο εκδότης του περιοδικού «Ντέφι», Στέλιος Ελληνιάδης εξιστορεί μια περιπέτεια με την Αστυνομία λόγω της συναυλίας. Συγκεκριμένα αναφέρει: «Στο Λυκαβηττό ήταν τόσο μεγάλη η κοσμοσυρροή που η Αστυνομία που είχε την ευθύνη να διευκολύνει τα πλήθη που ανέβαιναν με κάθε μέσο στο λόφο, για να μειώσει την πίεση αποφάσισε αυθαίρετα να ανοίξει τις πόρτες του θεάτρου με αποτέλεσμα να πλημμυρίσει όλος ο χώρος από χιλιάδες ανθρώπους. Αυτό θέλαμε να το αποφύγουμε, γιατί μετά την εμπειρία των συναυλιών της προηγούμενης χρονιάς, για να μη συμβεί κανένα ατύχημα, είχαμε αποφασίσει να μην χάνουμε τον έλεγχο των εισερχομένων στο θέατρο. Με την βιαστική, όμως, ενέργεια της αστυνομίας, η κατάσταση έγινε ανεξέλεγκτη. Θυμωμένος επί σκηνής, στην έναρξη της συναυλίας που την παρουσίαζε ο ηθοποιός Αντώνης Καφετζόπουλος, κατήγγειλα την αστυνομική αυθαιρεσία και ζήτησα από τους αστυνομικούς που ήταν πλέον άχρηστοι να αποχωρήσουν από το θέατρο. Τότε, ο διοικητής του αστυνομικού τμήματος Κολωνακίου, υπεύθυνος για τις δυνάμεις που υπήρχαν στο λόφο, διέταξε τη σύλληψή μου μόλις απομακρυνθώ από τον κόσμο. Ειδοποιημένος από ένα αστυνομικό που γούσταρε πολύ τον Αγγελόπουλο, πριν τελειώσει η συναυλία διέφυγα με τη μοτοσικλέτα του Γρηγόρη Φαληρέα από την πόρτα που βρισκόταν κάτω από τις κερκίδες και φιλοξενήθηκα εκείνο το βράδυ στο σπίτι του, ξέροντας ότι θα με αναζητούσαν. Βέβαια, έτσι έχασα ένα μέρος από τη συναυλία, αλλά δεν τους έκανα τη χάρη να με ταλαιπωρήσουν στο τμήμα. Την άλλη μέρα το πρωί, με τον συνεργάτη μου Πάνο Δημάκη, πήγαμε κατ’ ευθείαν στο γραφείο του αστυνομικού διευθυντή Μανώλη Μποσινάκη και ζητήσαμε να πάψει η καταδίωξη. Αυτός κάλεσε στο γραφείο του τον αστυνόμο που ήθελε την κεφαλή μου επί πίνακι και, έχοντας παρακολουθήσει τη συναυλία από την τηλεόραση, προσπάθησε να μας συμφιλιώσει παροτρύνοντάς μας να συνεννοηθούμε καλύτερα για τη δεύτερη βραδιά που αναμενόταν να έχει την ίδια κοσμοσυρροή».

Το παρών στον Λυκαβηττό έδωσε ο Διονύσης Σαββόπουλος τον οποίο ο Αγγελόπουλος χαιρέτισε από μικροφώνου λέγοντας:  «Καλησπέρα σας κύριε Σαββόπουλε. Πώς είστε; Τα σέβη μου… Αν και δυο άκρα αντίθετα, είμαι καλός σου φίλος!».

Ρατσιστικό παραλήρημα

Το γεγονός ότι ο Αγγελόπουλος τραγούδησε στον Λυκαβηττό και η μετάδοση της συναυλίας από την ΕΡΤ εξόργισε συντηρητικούς, αυτόκλητους θεματοφύλακες της τέχνης και δημοσιογράφους. Ένα ρατσιστικό παραλήρημα σάρωσε την επόμενη μέρα εφημερίδες και ραδιόφωνα. Αναρωτιούνταν πώς γίνεται να έδωσαν τον Λυκαβηττό στον «γύφτο» και μιλούσαν για ιεροσυλία. Ο Φρέντυ Γερμανός μίλησε για «δασύτριχο και δασύλαλο βάρδο» ενώ η «Καθημερινή» γράφει για «ένα μουσικό και τηλεοπτικό αλαλούμ στον Λυκαβηττό όπου τα πράγματα ξεπέρασαν κάθε όριο μουσικής χυδαιότητας». Ο Ιάκωβος Καμπανέλης είναι επίσης ένας από εκείνους που σχολιάζουν αρνητικά τη συναυλία αλλά και ο τραγουδιστής Αντώνης Καλογιάννης. Στα «Νέα» ο Γιώργος Λιάνης γράφει για «είδωλα και σουξέ της παρακμής» και έκανε επίθεση σε εκείνους οι οποίοι «έστεψαν τον αρχιγύφτο βασιλιά της τωρινής πρωτοπορίας στο τραγούδι. Προς τιμήν του χρόνια μετά θα ζητήσει συγγνώμη για την τοποθέτηση του.

«Τους ενοχλούσε γιατί σήκωνε κεφάλι…»

Ο Στέλιος Ελληνιάδης για το ρατσιστικό παραλήρημα και την οργή γιατί… «βεβήλωσαν τον ιερό βράχο» θα γράψει: «Δεν τους ενοχλούσε μόνο ότι ήταν τσιγγάνος. Τους ενοχλούσε ότι σήκωνε κεφάλι και ακουγόταν με έμφαση και καμάρι η φωνή ενός κόσμου που δεν είχε ανοιχτή πρόσβαση στα ΜΜΕ. Ένας κόσμος τον οποίο μπορούν να διαχειρίζονται οι πολιτικοί και οι διανοούμενοι, αρκεί να μην εκφράζει άποψη, να μην έχει απαιτήσεις, να μην διεκδικεί ισότιμη μεταχείριση. Οι πολιτικοί έχουν τη λευκή εξουσιοδότηση μέσα από το εκλογικό σύστημα που είναι κομμένο και ραμμένο στα μέτρα τους, οι δημοσιογράφοι έχουν τα μέσα να επιβάλλουν τι είναι ωραίο και τι άσχημο και οι διανοούμενοι έχουν το αποκλειστικό προνόμιο να προσφέρουν ό,τι αυτοί θεωρούν ποιότητα που οι λαϊκοί δεν κατέχουν ούτε μπορούν να παράγουν. Βέβαια, τις λαϊκές φωνές δεν μπορούν να τις καταπνίξουν, μπορούν όμως να τις κρατήσουν στο περιθώριο, να τις απαξιώσουν και σε καμία περίπτωση να μην τις επιτρέψουν να εκδηλωθούν στο προσκήνιο και να νομιμοποιηθούν σαν σημαντικές και πρωταγωνιστικές. Η ζωντανή μετάδοση των λαϊκών συναυλιών που σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσε ο Βασιλικός είχαν σπάσει ρεκόρ τηλεθέασης, κλόνιζε την αυθεντία και την εξουσία των κέντρων και εκείνων που μονοπωλούσαν την επικοινωνία και την αξιολόγηση. Μια ομάδα ανθρώπων που δεν ανήκε στην καθεστηκυία τάξη είχε καταφέρει να διαρρήξει το δομημένο σκηνικό και να αναδείξει την αξία και το κοινωνικό έρεισμα των γνήσιων λαϊκών καλλιτεχνών. Δηλαδή τους μουσικούς, συνθέτες, στιχουργούς και τραγουδιστές στους οποίους οι «διαμορφωτές» της κοινής γνώμης επέτρεπαν να υπάρχουν μόνο στα μπουζουξίδικα και τα πανηγύρια. Είχε ξύσει την επιφάνεια για να φανεί η πραγματικότητα. Κι αυτό αναστάτωσε και εξόργισε τους εκμαυλιστές της κουλτούρας και όλους τους παρατρεχάμενους.

Ουσιαστικά, τους είχαμε αναγκάσει να εκδηλωθούν δημόσια, ξεδιάντροπα, αποδεικνύοντας ότι πέρα από την θεσμική λογοκρισία, δια του νόμου, υπήρχε και η άτυπη και αθέατη την οποία ασκούσαν κέντρα και άτομα με εξουσία σε μεγάλη κλίμακα και σε πολλά επίπεδα».

Επίλογος

Ο Μανώλης Αγγελόπουλος τραγούδησε στον Λυκαβηττό και στις 20 Ιουνίου 1983. Έξι χρόνια μετά, στις 2 Απριλίου 1989, θα πέθανε ξαφνικά σε νοσοκομείο του Λονδίνου, εξαιτίας επιπλοκών από εγχείρηση καρδιάς (τριπλό μπάι-πας), στην οποία είχε υποβληθεί στις 14 Ιανουαρίου. Σε λίγες μέρες (στις 8 Απριλίου) θα γινόταν 50 ετών. Αναγνωρίζεται πλέον από σύσσωμο το καλλιτεχνικό στερέωμα ως μια από τις σημαντικότερες λαϊκές φωνές της Ελλάδας.